
Οι Κινέζοι αναπαριστούν την έννοια της κρίσης με δύο σύμβολα (ιδεογράμματα): το σύμβολο του ΚΙΝΔΥΝΟΥ (καθώς διαταράσσεται η βίο-ψυχοκοινωνική ισορροπία του ατόμου) και το σύμβολο του ΚΡΙΣΙΜΟΥ ΣΗΜΕΙΟΥ (καθώς το άτομο ωθείται να υιοθετήσει νέους τρόπους αντιμετώπισης που θα συμβάλλουν είτε στην ωρίμανση και εξέλιξή του - οπότε ίσως είναι μια ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΓΙΑ ΑΛΛΑΓΗ -, είτε στη στασιμότητα και αποδιοργάνωση του).
|
Α. ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ |
Ο όρος κρίση χρησιμοποιείται για την περιγραφή ποικίλων καταστάσεων σε πολλούς τομείς της ζωής. Σε συλλογικό επίπεδο γίνεται καθημερινά λόγος για οικονομική, περιβαλλοντική, κυβερνητική κρίση, ενώ σε ατομικό επίπεδο αναφέρεται η διάγνωση μιας χρόνιας αρρώστιας, η αναπηρία, η υποτροπή και άλλες οδυνηρές καταστάσεις, που εμφανίζονται με την επιδείνωση της υγείας του ατόμου και μπορεί να οδηγήσουν έναν άρρωστο σε κρίση. Ακόμη αναφέρεται η κρίση στις διαπροσωπικές σχέσεις, η κρίση στο γάμο, η ηλικιακή, επαγγελματική, οικονομική κρίση κ.λπ.
Ο Caplan (1964) έχει ορίσει την κρίση ως μία «ψυχολογική αποσταθεροποίηση του ατόμου που έρχεται αντιμέτωπο με μια επικίνδυνη περίσταση, η οποία αποτελεί για το ίδιο το άτομο ένα σημαντικό πρόβλημα, το οποίο, προς το παρόν, αδυνατεί τόσο να το αποφύγει όσο και να το επιλύσει, χρησιμοποιώντας τις συνήθεις στρατηγικές επίλυσης προβλημάτων». Επίσης, περιγράφει την κρίση ως μία περίοδο κατά την οποία το άτομο χάνει προσωρινά την ψυχική του ισορροπία. Αυτή η κατάσταση αποσταθεροποίησης δημιουργεί προϋποθέσεις τόσο για ψυχολογική ανάπτυξη όσο και για ψυχολογική αποδιοργάνωση. Αν και υπάρχουν σοβαροί κίνδυνοι που μπορεί στο μέλλον να επηρεάσουν την ψυχική υγεία του ατόμου που βιώνει την κρίση, του δίνεται ταυτόχρονα η ευκαιρία να αλλάξει. Ένα παλιό, αλλά παραδοσιακό κλισέ που αξίζει να αναφερθεί, είναι το Κινεζικό σύμβολο για την κρίση. Οι Κινέζοι αναπαριστούν την έννοια της κρίσης με δύο σύμβολα (ιδεογράμματα): το σύμβολο του κινδύνου (καθώς διαταράσσεται η βίο-ψυχοκοινωνική ισορροπία του ατόμου) και το σύμβολο του κρίσιμου σημείου (καθώς το άτομο ωθείται να υιοθετήσει νέους τρόπους αντιμετώπισης που θα συμβάλλουν είτε στην ωρίμανση και εξέλιξή του, είτε στη στασιμότητα και αποδιοργάνωση του). Η κρίση είναι χρονικά περιορισμένη και διαρκεί από μερικές ώρες μέχρι οκτώ εβδομάδες (Aguilera & Messick, 1982. Caplan, 1961. Janosick, 1984. Kfir, 1989 ό.α. στο Παπαδάτου, 1999). Στο διάστημα αυτό, το άτομο δοκιμάζει νέους τρόπους αντιμετώπισης που αποβλέπουν στη μείωση της συναισθηματικής φόρτισης και στην προσπάθεια επίλυσης του προβλήματος. Οι νέοι τρόποι/στρατηγικές καθορίζουν πόσο αποτελεσματική θα είναι η προσαρμογή του στις νέες συνθήκες που προκύπτουν από την κρίση (Leavitt, 1982. Parad, 1965. Caplan, 1964 ό.α. στο Παπαδάτου, 1999).
- Μερικά άτομα «βγαίνουν» από την κρίση πιο ώριμα και ισχυρά.
- Άλλα «επιβιώνουν» και απωθούν όλα τα οδυνηρά συναισθήματα που τους προκάλεσε η τραυματική εμπειρία της κρίσης, με αποτέλεσμα τα συναισθήματα αυτά να αναβιώνουν κάθε φορά που εμφανίζονται νέες κρίσεις.
- Τέλος, ορισμένα άτομα αποδιοργανώνονται και αδυνατούν να λειτουργήσουν χωρίς την άμεση παρέμβαση ψυχολόγου ή ψυχίατρου.
Το ζητούμενο δεν είναι η πλήρης αναδιοργάνωση των βασικών διαστάσεων της προσωπικότητας του ατόμου, αλλά η εκ μέρους του επανάκτηση δημιουργικών τρόπων επίλυσης προβλημάτων. Φυσικά, με την επιτυχή διαχείριση της κρίσης το άτομο θα αποκτήσει, κατά πάσα πιθανότητα, και άλλες δεξιότητες αντιμετώπισης προβλημάτων, οι οποίες θα βελτιώσουν τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί σε νέες καταστάσεις· ωστόσο, αυτό είναι μόνο ένα επιθυμητό, πιθανό αποτέλεσμα και όχι ο μοναδικός στόχος της διαδικασίας (Χατζηχρήστου, 2008).
Εξίσου σημαντικό στοιχείο αποτελεί η υποκειμενική αντίληψη του ατόμου ή η υποκειμενική ερμηνεία που αποδίδει το άτομο στο γεγονός το οποίο γίνεται αντιληπτό ως καταστροφικό, τραγικό ή εξαιρετικό απειλητικό. Δηλαδή, το να βιώσει το άτομο μία κρίση εξαρτάται τόσο από την αντίληψη ενός γεγονότος ως απειλητικού όσο και από το ίδιο το γεγονός (Silverman, 1977. Slaikeu, 1990. Taplin, 1971 ό.α. στο Χατζηχρήστου, 2008).
Αξίζει να σημειωθεί ότι ένα συγκεκριμένο γεγονός -για παράδειγμα, η απώλεια μιας θέσης εργασίας- μπορεί να οδηγήσει σε κρίση ένα άτομο αλλά να αφήσει ανεπηρέαστο ένα άλλο. Υπάρχουν μεγάλες ενδοατομικές διαφορές ως προς τα γεγονότα που μπορούν να οδηγήσουν σε κρίση, την ένταση και τη διάρκεια της περιόδου αυτής και τους τρόπους ή τις στρατηγικές που τα άτομα χρησιμοποιούν για την αντιμετώπιση μιας κρίσιμης κατάστασης (Χατζηχρήστου, 2004).
Οι σύγχρονοι ερευνητές θεωρούν ότι οι κρίσεις είναι μέρος της ζωής, γεγονός το οποίο όλοι, αργά ή γρήγορα, καλούνται να αντιμετωπίσουν και το οποίο αναστατώνει τον, ως τότε, φυσιολογικό ρυθμό της ζωής του ανθρώπου. Συνεπώς, η αντίδραση στην κρίση είναι η φυσιολογική αντίδραση σε μία μη φυσιολογική κατάσταση (Brock, Sandoval & Lewis, 2001 ό.α. στο Χατζηχρήστου, 2008).
|
Β. ΕΙΔΗ ΚΡΙΣΕΩΝ |
Οι κρίσεις γενικά διακρίνονται σε αναπτυξιακές κρίσεις και σε κρίσεις καταστάσεων:
- Oι αναπτυξιακές κρίσεις αφορούν σε γεγονότα που σχετίζονται με τη μετάβαση του ατόμου από ένα αναπτυξιακό στάδιο σε άλλο (π.χ. η είσοδος του παιδιού στο σχολείο για πρώτη φορά, η μετάβαση από τη μία τάξη στην άλλη, το πέρασμα στην εφηβεία κ.λπ.) (Brock, Sandoval & Lewis, 2001 ό.α στο Χατζηχρήστου, 2008). Οι αναπτυξιακές κρίσεις είναι προβλέψιμες και αναμενόμενες, υπό την έννοια ότι οι αλλαγές οι οποίες πρόκειται να συμβούν κατά τη διάρκεια της ζωής ενός ατόμου, οπωσδήποτε προϋποθέτουν μια διαδικασία επαναπροσδιορισμού και προσαρμογής σε νέα δεδομένα- η προσαρμογή μάλιστα αυτή είναι, συχνά, δύσκολη και επώδυνη. Το εάν αυτή η διαδικασία θα εξελιχθεί τελικά σε κρίση, εξαρτάται από μια σειρά από παράγοντες, όπως η χρονική στιγμή που συμβαίνει, καθώς και οι προσωπικές, κοινωνικές και οικονομικές πηγές στήριξης.
- Οι κρίσεις καταστάσεων, από την άλλη πλευρά, είναι γεγονότα που συμβαίνουν αναπάντεχα, έχουν ξαφνική έναρξη και το χαρακτήρα του επείγοντος, σε ό,τι αφορά στην αντιμετώπισή τους. Οι συγκεκριμένες δεν σχετίζονται με την ηλικία ή το αναπτυξιακό στάδιο του ατόμου, μπορεί να συμβούν οποτεδήποτε και είναι πιθανόν να επηρεάσουν όλη την κοινότητα (Slaikeu, 1990). Διάφοροι ερευνητές (Carlson, 1997. Green, 1993. Matsakis, 1994. Slaikeu, 1990. Young, 1998 ό.α στο Χατζηχρήστου, 2008) καταλήγουν σε έξι κατηγορίες ενδεχόμενων τραυματικών γεγονότων. Οι κατηγορίες αυτές είναι: α) σοβαρή ασθένεια ή τραυματισμός, β) βίαιος ή απροσδόκητος θάνατος, γ) επαπειλούμενος θάνατος ή τραυματισμός, δ) πολεμικές ενέργειες, ε) φυσικές καταστροφές και στ) βιομηχανικές καταστροφές.
Ωστόσο, η ευρύτερα αποδεκτή και χρησιμοποιούμενη ταξινόμηση των κρίσεων είναι αυτή που διατύπωσε ο Baldwin (Baldwin, 1978. Burgess & Baldwin, 1981 ό.α. στο Χατζηχρήστου, 2008), σύμφωνα με τον οποίο η ταξινομία των κρίσεων θα πρέπει να γίνεται με βασικό κριτήριο όχι το είδος του κινδύνου, αλλά την επίδραση που υφίσταται το άτομο. Ο Baldwin, λοιπόν, προτείνει τις εξής κατηγορίες των κρίσεων:
α) Κρίσεις που οφείλονται στην ιδιοσυγκρασία του ατόμου. Πρόκειται για το είδος κρίσης που προκύπτει από μια προβληματική κατάσταση, στην οποία εμπλέκεται το άτομο (π.χ. ο έφηβος που έχει πρόβλημα παχυσαρκίας). Στην περίπτωση αυτή, συνήθως, το άτομο δεν έχει ούτε τις κατάλληλες πληροφορίες, αλλά ούτε και την απαραίτητη ενθάρρυνση προκειμένου να προβεί σε λύση που δεν έχει σκεφτεί ή ακολουθήσει ως τώρα. Ωστόσο, χρειάζεται προσοχή, ώστε να διαπιστωθεί μήπως η εκδήλωση τέτοιου είδους κρίσης κρύβει σοβαρότερα προβλήματα, τα οποία χρειάζονται περαιτέρω διερεύνηση και αντιμετώπιση.
β) Κρίσεις που οφείλονται σε αναμενόμενες μεταβάσεις τον κύκλου ζωής. Πρόκειται για μεταβάσεις από ένα αναπτυξιακό στάδιο σε άλλο, οι οποίες είναι αναμενόμενες και, συνήθως, παρατηρούνται στα πλαίσια της προσαρμογής του ατόμου στο νέο αναπτυξιακό στάδιο. Τέτοιες κρίσεις για το παιδί είναι, για παράδειγμα, η είσοδος στο σχολείο, η μετάβαση από τη μία σχολική τάξη στην άλλη, η μετεγγραφή σε καινούριο σχολείο, η γέννηση αδελφού ή αδελφής στην οικογένεια κ.λπ.
γ) Κρίσεις που προκύπτουν από τραυματικά γεγονότα. Πρόκειται για συναισθηματικές κρίσεις που προκύπτουν από εξαιρετικά στρεσογόνους εξωτερικούς παράγοντες, οι οποίοι είναι απρόβλεπτοι, αστάθμητοι και συναισθηματικά εξουθενωτικοί για τον άνθρωπο. Τέτοια γεγονότα για παιδιά της σχολικής ηλικίας είναι ο ξαφνικός θάνατος μέλους της οικογένειας, σοβαρές ασθένειες, νοσηλεία στο νοσοκομείο, ο χωρισμός των γονέων, φυσική κακοποίηση και ακαδημαϊκή αποτυχία.
δ) Αναπτυξιακές κρίσεις-κρίσεις ωρίμανσης. Οι κρίσεις αυτής της κατηγορίας προκύπτουν από προσπάθειες να χειριστούμε ενδοπροσωπικές καταστάσεις, οι οποίες αντανακλούν τον αγώνα μας να λύσουμε κάποια βαθύτερα ζητήματα που δεν είχαμε καταφέρει να επιλύσουμε στο παρελθόν. Ο αγώνας για την επίλυση τέτοιων θεμάτων φανερώνει την προσπάθεια κατάκτησης συναισθηματικής ωριμότητας. Βασικά ζητήματα σε αυτήν την κατηγορία των κρίσεων είναι η ανεξαρτησία, οι συγκρούσεις αξιών, η σεξουαλική ταυτότητα, η ικανότητα για συναισθηματική εγγύτητα, οι στάσεις απέναντι στην εξουσία και η απόκτηση λογικής αυτοπειθαρχίας. Όλα αυτά τα ζητήματα μπορεί να εμφανιστούν στα παιδιά σχολικής ηλικίας, ωστόσο είναι περισσότερο ορατά στους εφήβους. Στη μεγάλη τους πλειοψηφία, η διαπραγμάτευση αυτών των θεμάτων αφορά στην κατάκτηση νέων τρόπων αλληλεπίδρασης με τους άλλους ανθρώπους.
ε) Κρίσεις που σχετίζονται με ψυχοπαθολογία. Πρόκειται για κρίσεις στις οποίες είναι προεξάρχουσα η ψυχοπαθολογία, όπως για παράδειγμα αυτές που αφορούν έναν έφηβο με κατάθλιψη ή μία μαθήτρια με προβλήματα πρόσληψης τροφής. Στην περίπτωση αυτή είναι αναγκαία η παραπομπή και η συνεργασία με ειδικούς της ψυχικής υγείας που θα αναλάβουν τη φροντίδα του παιδιού σε βαθύτερο επίπεδο. Σημαντικό, ωστόσο, είναι να ενθαρρύνεται κάθε λειτουργική και προσαρμοστική συμπεριφορά του παιδιού στο σχολείο και να μειώνονται οι στρεσογόνοι παράγοντες που μπορεί να το δυσκολεύουν.
στ) Επείγουσες ψυχιατρικές καταστάσεις. Πρόκειται για καταστάσεις κρίσεων στις οποίες έχει σοβαρά διαταραχθεί η συνολική νοητική και ψυχική λειτουργικότητα του ανθρώπου, ο οποίος πλέον αδυνατεί ή αρνείται να αναλάβει οποιαδήποτε προσωπική ευθύνη. Τέτοιες περιπτώσεις αφορούν στις απόπειρες αυτοκτονίας, στην υπερβολική χρήση ναρκωτικών ουσιών ή την τοξίκωση από αλκοόλ, στην εκδήλωση ψυχωτικού επεισοδίου κ.λπ. Η πρώτη μέριμνα, στην περίπτωση αυτή, είναι να διασφαλιστεί η σωματική ασφάλεια και να κινητοποιηθούν οι αρμόδιες υπηρεσίες (νοσηλευτικές και ψυχιατρικές), ώστε να παρασχεθεί η κατάλληλη ιατρική και ψυχιατρική υποστήριξη, που είναι απαραίτητη (Χατζηχρήστου, 2004, 2008).
|
Γ. ΦΑΣΕΙΣ - ΣΤΑΔΙΑ ΤΩΝ ΚΡΙΣΕΩΝ |
Η κρίση και οι αντιδράσεις των ατόμων σε αυτήν διέρχονται από ορισμένα στάδια έως την οριστική αποκατάσταση της ισορροπίας και της ικανοποιητικής λειτουργίας σε όλους τους τομείς της ζωής. Ο Golan (1978 ό.α. στο Χατζηχρήστου, 2004) περιέγραψε τέσσερα στάδια για τις τυπικές αντιδράσεις και για τα συναισθήματα που χαρακτηρίζουν την πορεία ανάκαμψης μετά από μια κρίση:
- Πρώτη επαφή με το γεγονός. Στην πρώτη φάση η κρίση έχει μόλις εκδηλωθεί και τα συναισθήματα είναι συνήθως κατακλυσμικά. Αυτό συχνά εμποδίζει την εξεύρεση ακόμη και απλών λύσεων για την άμεση αντιμετώπιση ή τον περιορισμό των συνεπειών της κρίσης.
- Φάση επεξεργασίας του γεγονότος. Μετά το συμβάν εμφανίζονται οι πρώτες συναισθηματικές αντιδράσεις για όσα προηγήθηκαν, όπως είναι το κλάμα, η άρνηση, ο θυμός κ.λπ. Τα περισσότερα άτομα αισθάνονται την ανάγκη να συζητήσουν αυτό που τους συμβαίνει με άλλους ανθρώπους που έζησαν το γεγονός. Κατ' αυτό τον τρόπο συνειδητοποιούν ότι τα συναισθήματά τους είναι φυσιολογικά για τη δεδομένη περίσταση και ότι με τον καιρό θα καταλαγιάσουν και τελικά θα πάψουν να υπάρχουν.
- Φάση αντιμετώπισης ή προσαρμογής. Σε αυτό το στάδιο ξεκινά η ανάκαμψη του ατόμου από τις έντονες συναισθηματικές αντιδράσεις της προηγούμενης φάσης, γεγονός που δίνει την ευκαιρία για ένα γενικότερο απολογισμό των συνεπειών του συμβάντος και για ανάληψη δράσης με σκοπό την αντιμετώπισή του.
- Επιστροφή στο προ της κρίσεως επίπεδο λειτουργίας. Η τελευταία φάση συμπίπτει με μια μάλλον μακρόχρονη περίοδο, η οποία είναι δυνατόν να διαρκέσει από μερικούς μήνες έως και χρόνια. Πρόκειται για μια αργή διαδικασία που οδηγεί τελικά στην ικανοποιητική προσαρμογή και αποκατάσταση του ατόμου και την επιστροφή στο προηγούμενο επίπεδο λειτουργίας.
|
Δ. ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΑΤΟΜΟΥ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΕ ΚΡΙΣΗ |
Μερικά από τα χαρακτηριστικά που διακρίνουν τον άτομο ή συγγενή ατόμου που βρίσκεται σε κρίση περιλαμβάνουν (Kfir, 1989. Kfir & Slevin, 1991 ό.α. στο Παπαδάτου, 1999), αρχικά, την εμφάνιση ενός απροσδόκητου, άγνωστου γεγονότος που απαιτεί άμεση δραστηριοποίηση από την πλευρά του ατόμου. Το γεγονός αυτό ερμηνεύεται ως καταστροφικό και εξαιρετικά απειλητικό, καθώς επιφέρει ένα σοβαρό ρήγμα στο σύστημα αξιών του ατόμου, ανατρέποντας όλες τις πεποιθήσεις και προτεραιότητές του. Οι στρατηγικές αντιμετώπισης, οι οποίες στο παρελθόν υπήρξαν αποτελεσματικές στην επίλυση δύσκολων προβλημάτων, δεν επαρκούν για την αντιμετώπιση της νέας κατάστασης. Το άτομο κατακλύζεται από υπερβολικό άγχος και χάνει την ικανότητά του να σκεφτεί ψύχραιμα ή να αφομοιώσει πληροφορίες που του παρέχονται. Νιώθει παγιδευμένο σε μια κατάσταση που μοιάζει «αδιέξοδη» και αδυνατεί να θέσει στόχους ή/και να επεξεργαστεί εναλλακτικές λύσεις στο πρόβλημά του. Συχνά αισθάνεται ότι «όλα τελειώνουν εδώ» ή αναφέρει ότι «τίποτα δεν έχει νόημα πια». Η αίσθηση του χρόνου διαστρεβλώνεται. Το παρελθόν εξιδανικεύεται, ενώ το μέλλον μοιάζει ανύπαρκτο ή απειλητικό. Ο χρόνος παγώνει στο παρόν, μέσα στο οποίο δεν διακρίνονται ούτε επιλογές ούτε λύσεις για τη διαφυγή από την αφόρητη πραγματικότητα. Εμφανίζονται δυσκολίες προγραμματισμού, σχεδιασμού και προσδιορισμού στόχων για το μέλλον.
Επιπλέον, το άτομο έχει έντονη την αίσθηση μοναξιάς και δεν είναι σε θέση να ζητήσει βοήθεια ή να επωφεληθεί της υποστήριξης που ενδεχομένως του παρέχει το περιβάλλον. Πολλά άτομα που βρίσκονται σε κρίση δεν θυμούνται καν την παρουσία άλλων ατόμων στο πλευρό τους. Βιώνουν ένα υποκειμενικό αίσθημα μοναξιάς, καθώς πιστεύουν ότι κανείς δεν μπορεί να τους κατανοήσει. Συχνά αποσύρονται και αποξενώνονται, γεγονός που διαταράσσει τις κοινωνικές τους σχέσεις.
Επίσης, κατά τη διάρκεια της κρίσης, το άτομο παρουσιάζει ψυχοσωματικά συμπτώματα που είναι άμεσα συνδεδεμένα με το υπερβολικό στρες που βιώνει (απώλεια όρεξης, ύπνου, στηθαγχικό άλγος, ημικρανίες, ταχυκαρδίες, γαστρεντερικά προβλήματα, απώλεια αυτοσυγκέντρωσης κ.λπ.), ενώ συχνά επανεμφανίζονται ορισμένες οργανικές διαταραχές από τις οποίες υπέφερε στο παρελθόν (άσθμα, έλκος στομάχου κ.λπ.).
Τα στοιχεία που διαφοροποιούν το άτομο που βρίσκεται σε κρίση από το άτομο που βιώνει έντονο στρες είναι: (α) η ερμηνεία που το άτομο αποδίδει στο συγκεκριμένο γεγονός και η υποκειμενική εκτίμηση των αποθεμάτων που διαθέτει για να το αντιμετωπίσει και (β) η αποτελεσματικότητα των στρατηγικών αντιμετώπισης που ενεργοποιεί. Το άτομο που βιώνει ένα γεγονός ως στρεσογόνο έχει την τάση να το ερμηνεύει ως «απειλή» ή «πρόκληση», θέτει συγκεκριμένους στόχους που αποβλέπουν στην άμεση αντιμετώπισή του και κινείται προς την υλοποίησή τους ενεργοποιώντας γνώριμες στρατηγικές αντιμετώπισης που στο παρελθόν υπήρξαν αποτελεσματικές στη διευθέτηση δυσκολιών. Οι προσπάθειές του είναι αποτελεσματικές τόσο στη ρύθμιση των συναισθημάτων, όσο και στην επίλυση του προβλήματος (Παπαδάτου, 1999).
Στις πολύ δύσκολες στιγμές της ζωής μας όταν νιώθουμε να μας κατακλύζουν συναισθήματα άγχους, φόβου, ανασφάλειας, όταν νιώθουμε ότι κανείς δεν μας καταλαβαίνει, βασική μας ανάγκη είναι να βρούμε κάποιον που θα δεχθεί να μας ακούσει με κατανόηση και ζεστασιά, να μπορέσει να νιώσει τα συναισθήματά μας, όποια κι αν είναι αυτά, χωρίς να μας κριτικάρει ή να μας επικρίνει αυστηρά. Θέλουμε άφοβα να εμπιστευόμαστε τον εσωτερικό μας κόσμο σε κάποιον, ώστε να αισθανόμαστε επιτέλους ότι όντως υπάρχει ένα «αυτί» που πάντα πρόθυμα θα μας ακούσει.
Ανδρέας Μπρούζος 2004
|
Ε. ΑΝΑΜΕΝΟΜΕΝΕΣ, ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΣΤΗΝ ΚΡΙΣΗ |

Πηγή: Χατζηχρήστου 2008, σελ. 15
Οι φυσιολογικές και αναμενόμενες αντιδράσεις, που περιγράφηκαν πιο πάνω, εμφανίζονται στο παιδί για κάποιο διάστημα μετά από την κρίση και δεν πρέπει να προκαλούν ιδιαίτερη ανησυχία. Ενδείξεις σοβαρότερης δυσλειτουργίας που, ενδεχομένως, απαιτούν την παροχή εξειδικευμένης βοήθειας, είναι οι ακόλουθες:
- Η εκδήλωση περισσότερων από τα παραπάνω συμπτώματα σε ένα παιδί και για μεγάλο χρονικό διάστημα. Γενικά, μετά την πάροδο 8 περίπου εβδομάδων, το παιδί αναμένεται να έχει ξεπεράσει επαρκώς τις αρχικές έντονες αντιδράσεις και να είναι σε θέση να χειριστεί πιο αποτελεσματικά τις συνέπειες της κρίσης.
- Η μεγάλη ένταση των συμπτωμάτων, η οποία παραμένει αμείωτη ή αυξάνεται με την πάροδο του χρόνου.
- Οι σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις των συμπτωμάτων αυτών στην καθημερινή ζωή του παιδιού (π.χ. παιχνίδι, δραστηριότητες και ενδιαφέροντα, σχέσεις με την οικογένεια ή τους φίλους, προσαρμογή στο σχολείο) (Χατζηχρήστου 2008).
Βιβλιογραφία:
- Μπρούζος, Α. (2004). Προσωποκεντρική Συμβουλευτική: Θεωρία, Έρευνα και Εφαρμογές. Αθήνα: Τυπωθήτω - Γιώργος Δαρδανός.
- Παπαδάτου, Δ. (1999). Στρες και παρέμβαση στην κρίση. Στο Δ. Παπαδάτου & Φ. Αναγνωστόπουλος, Η Ψυχολογία στο χώρο της Υγείας (σσ. 91-108), θ΄ έκδ. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
- Χατζηχρήστου, Χ. (2004). Σχολική ψυχολογία (σσ. 269-282), 2η έκδ. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
- Χατζηχρήστου, Χ. (2008). Στήριξη των παιδιών σε καταστάσεις κρίσεων. Αθήνα: Τυπωθήτω - Γιώργος Δαρδανός.